Σε σύνδεση τώρα

Έχουμε 26 επισκέπτες συνδεδεμένους
editos

  

 

Joaquín Sorolla y Bastida, Clotilde y su hija, 1909, Museo Sorolla, Madrid

 

 

άνοιξη

και μετά καλοκαίρι

 

Querer
Y poder compartir
Nuestra sed de vivir
El regalo que nos da el amor
Es la vida

 

Querer
Entre cielo y mar
Sin fuerza de gravedad
Sentimiento de libertad

 

Querer
Sin jamas esperar
Dar solo para dar
Siempre y todavia mas

 

Amar
Para poder luchar
Contra el viento y volar
Descubir la belleza del mar
 

 

Cirque Du Soleil - Querer

 

Τα παιδιά των πόλεων έχουν ακόμα νιάτα να ξοδέψουν μέσα στα τσιμέντα. Έχουν ακόμα φθορά να καταθέσουν, μέσα στους βιαστικούς και πολύβουους δρόμους, εκεί που γεννιέται με επώδυνους τοκετούς το καινούργιο της ζωής, η άλλη ματιά στην επαναλαμβανόμενη ιστορία του κόσμου. Και έτσι ακριβώς ζούμε: με καινούργια βλέμματα απέναντι στα μυστήρια που διαρκούν, την εκ νέου ανακάλυψη μακρινών Αμερικών και την επινόηση Ατλαντίδων. Ο πλανήτης αρχίζει να γίνεται ασφυκτικός σ’ ένα κόσμο όπου ο χρόνος επιταχύνει ανεξέλεγκτος, περίπου ίδιος όπως στις οδύνες ενός πυρετού ή μιας επικείμενης απώλειας. Όλα μια ανώφελη σπαρακτική βιασύνη.

 

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί ο χρόνος κυλάει και δε βλέπουμε αυτά που έρχονται, περνούν και φεύγουν –ανεπαισθήτως- δίπλα μας. Οι εποχές που αλλάζουν και δεν προλαβαίνουμε να τις χαρούμε. Τα πρωινά με τη δροσιά και τις αραιές ομίχλες στη θάλασσα, τα μεσημέρια με τη γλύκανση του φωτός, τα απογεύματα με τα ζευγάρια που πιάνονται από το χέρι ψάχνοντας χώρο για να μη χωρίσουν ανάμεσα σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα δειλινά με την τρομοκρατία του φωτός και οι νύχτες που πέφτουν σα δέσμη από τριαντάφυλλα – μια παρομοίωση που σ’ ακολουθεί χρόνια τώρα, μήπως και καταλάβεις κάτι από τη ζωή σου.

 

Είμαστε παιδιά των εποχών. Η διάθεση μας αλλάζει ανάλογα με το αν νυχτώνει νωρίς ή αργά, ανάλογα με το δεκτικό ή το άξενο της νύχτας, ανάλογα με το φως και την ποιότητα του κύματός του, ανάλογα με τη θέρμη και την ψύχρα των διπλανών που μετέχουν στην αλλαγή και τα πιθανά δυστυχήματά της. Ακόμη και μέσα στις πόλεις θαυμάζουμε στα κλεφτά τα ζουμπούλια στις ξεκάρφωτες γλάστρες και τους περίκλειστους κήπους (στην Καλαμαριά, στην Άνω Πόλη, στην Επτάλοφο), τις ακακίες που θάλλουν μονήρεις σε ξεχασμένα οικόπεδα (ποιον να βλάψουν;), τους πανσέδες και τις τουλίπες στα παρτέρια του Δήμου (όποτε τα θυμούνται οι αθώοι κηπουροί), τις μαργαρίτες, τις λεβάντες και τις μολόχες στα χαμηλά σπίτια των δυτικών συνοικιών. Μια χαραμάδα στο απρόοπτο, σ’ αυτό που μεταμορφώνει το καθημερινό σε εξαιρετικό. Σ’ αυτό που σου φτιάχνει τη μέρα.

 

«Ευτύχημα είπα που δεν έχουμε κανένα όφελος /ευτύχημα να μας σπρώχνει ολοένα ο χρόνος». Μνημονεύω Καρούζο και εκείνη τη σοφία του να ζει κανείς άφραγκος, καίτοι θεόθεν αριστοκράτης. Είμαστε παιδιά των Ωρών, των αλλαγών του καιρού που κυλάει στο δικό του ποτάμι, ακόμα και αν αυτές οι αλλαγές γίνονται χρόνο με το χρόνο ολοένα και πιο ανεπαίσθητες, ολοένα και πιο δυσδιάκριτες στην τύρβη των ημερών.

 

Το Σαββατοκύριακο θα πάρεις το αυτοκίνητο και, ακόμη και αν ζορίζεσαι πια με την τιμή της βενζίνης, θα πας με παρέα στον Ταξιάρχη, στα Πυργαδίκια, την Ουρανούπολη, τη Σάνη, το Παλιούρι, το Πόρτο Κουφό, τη Βουρβουρού, να τα δεις ήσυχα πια, όμορφα μέσα στην ανοιξιάτικη αυτάρκειά τους. Ξέφωτα από φωτεινό κίτρινο και λαμπερό μωβ, με τα οποία θα αναζητήσεις ξανά το πολύχρωμο της ζωής σου. Μπορείς ακόμη να πάρεις δρόμους της ενδοχώρας στα βουνά, στον Όλυμπο, το Βέρμιο, το Πάικο, το Χολομώντα, και εκεί ανάμεσα στα δάση από πεύκα, φτέρες, μεσέδες, οξιές και καστανιές να ταξινομήσεις τις σκέψεις σου και να βάλεις στη θέση τους όλους όσους χρόνια τώρα γονάτισαν τη χώρα, τη λογική και το νευρικό σου σύστημα: τα μπασμένα, τους ανώμαλους και τους επιδειξίες μιας στρεβλής υβριστικής ευημερίας. Αυτούς τους αφήνεις να θρηνούν πια, για τα faux bijoux με τα οποία στόλισαν τη ζωή τους, για τα «φιλάκια» που σκόρπισαν αδιακρίτως στους καιρούς της βλεννώδους βασιλείας τους, για την ξιπασιά που έγινε πια ματαιωμένη πρώτη τους φύση.

 

Κι αν η μιζέρια και η κατήφεια καταλαμβάνουν σα θανατηφόρος λοιμός την ψυχή σου, να ξέρεις ότι οι ωραίοι σαν Έλληνες εξακολουθούν να υφαίνουν υπομονετικά τα δικά τους μεταξωτά, για να ντύσουν με αυτά τα νοήματα που βγήκαν γδυτά από ένα πορνείο που έπιασε φωτιά.

Τη χώρα μου.

 

 

Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης 

 

  

 

Poppy in Field, Geneva, Photo by Gulen Erendag Legrand

   

 

e-keimena.gr

 

 Ιστότοπος για τη διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας στην εκπαίδευση

και πεδίο βολής εξαιρετικών κειμένων στο διαδίκτυο.

 

Αγαπητοί φίλοι,

Το περιεχόμενο του Ιστότοπου είναι ελεύθερο και ανοιχτό προς ανάγνωση και χρήση, για κάθε ενδιαφερόμενο.

Από την άποψη αυτή

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους ή του συνόλου των αναρτήσεων που περιλαμβάνονται στον ιστότοπο αυτό από μαθητές, εκπαιδευτικούς ή άλλους "κυβερνοναύτες", χωρίς να απαιτείται προηγουμένως κάποια προφορική ή γραπτή άδεια από το διαχειριστή.

Απλώς, αν βρίσκετε και εσείς κάποιο νόημα στο μοίρασμα και την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, την πληροφορία και τη σκέψη, μπορείτε να αναφέρετε τον ιστότοπο ως πηγή, προκειμένου να τον ανακαλύψουν και ενδεχομένως να τον χρησιμοποιήσουν και άλλοι.

Μπορείτε επίσης να προτείνετε και εσείς κάποιες αναρτήσεις (ασκήσεις, υλικό διδασκαλίας, κείμενα κ.λπ.) γράφοντας το ονοματεπώνυμό σας, την ηλεκτρονική σας διεύθυνση και κάποιο τηλέφωνο επικοινωνίας (προαιρετικά) και στέλνοντάς τα στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

e.keimena@yahoo.gr

 

Η ευθύνη της τελικής επιλογής του υλικού ανήκει στη διαχείριση του Ιστότοπου.

 

 

Για την ανάγνωση:

 

«Τώρα ανήκει τούτο όχι μόνο στις συνήθειες μου, αλλά και στο γούστο μου – σε ένα κακόβουλο γούστο ίσως; - να μη γράψω τίποτα πια, με το οποίο να μην προκαλείται απελπισία σε κάθε άνθρωπο που βιάζεται. Γιατί «φιλολογία» είναι εκείνη η σεβαστή τέχνη, η οποία προπαντός ένα απαιτεί από το λάτρη της, να παραμερίσει, να της δώσει πίστωση χρόνου, να γίνει σιωπηλή, να γίνει αργή - σαν μια τέχνη χρυσοχόου και τέχνη γνωριμίας της λέξης, η οποία οφείλει να αποπερατώσει μια ακέραια λεπτή, προσεκτική εργασία και δε κατορθώνει τίποτα, εάν δεν κατορθώνει τούτο lento. Όμως, ακριβώς για αυτό είναι αυτή σήμερα περισσότερο αναγκαία από κάθε άλλη φορά, ακριβώς με αυτόν τον τρόπο μας ελκύει και μας γοητεύει τόσο ισχυρά, μέσα σε μια εποχή της «εργασίας». Θέλω να ειπώ: της βιασύνης, της αναξιόπρεπης και κάθιδρης, της κατεπείγουσας εργασίας, που θέλει αμέσως να «τελειώνει», επίσης με κάθε παλιό και καινούργιο βιβλίο: αυτή η ίδια δεν τελειώνει τόσο εύκολα με κάποιο κάτι, διδάσκει να διαβάζουμε καλά, δηλαδή αργά, διεισδυτικά, με προφύλαξη και προσοχή, να διαβάζουμε με ανοιχτές πόρτες, με απαλά δάχτυλα και μάτια… Υπομονετικοί μου φίλοι, τούτο το βιβλίο εύχεται να έχει μόνο τέλειους αναγνώστες και φιλολόγους: μάθετε να με διαβάζετε καλά!»

 

Φρήντριχ Νίτσε

Απόσπασμα από τον πρόλογο στη ‘‘Ροδαυγή’’

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 01 Μάιος 2011 09:20